Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

ΕΝΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΣΠΟΓΓΑΛΙΕΙΑ ΤΗΣ ΥΔΡΑΣ - Η Σπογγαλιεία κατά την περίοδο 1920-1940

πηγή: ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΥΔΡΑΣ

Η Σπογγαλιεία κατά την περίοδο 1920-1940
Του Χρήστου Χριστοδούλου 


Το Σπογγαλιευτικό υπήρξε το κυρίαρχο θέμα για την Ύδρα από κάθε άποψη, οικονομική, εργατική, κοινωνική, γι' αυτό θα το φωτογραφήσουμε σήμερα με κάθε λεπτομέρεια για να γίνεται κατανοητή η αφήγησή μας, αφού τα πάντα στο νησί ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα με την Σπογγαλιεία κατά την εποχή 1920-1940.
Ο Πάνος Βερβενιώτης, ο μεγάλος αυτός οικονομικός μοχλός της Ύδρας χρηματοδοτούσε, -ξεκινούσε όπως έλεγαν τότε στην Ύδρα- σπογγαλιευτικά εκείνων που ήταν ειδικοί στη δουλειά, διέθεταν κάποιο σκάφος, τους έλειπαν όμως τα χρήματα. Ας μνημονεύσουμε όσους θυμόμαστε πως δούλεψαν κάτω από τον οικονομικό ήλιο του Πάνου Βερβενιώτη...
Γιάννης Βερβενιώτης, Γιάννης Βολιώτης, Κυριάκος Γκρούαζας, Γιάννης Ζουρντός, Κόκκινος Αλέξ., Μάτσης Σάββας και τα παιδιά του, Γιάννης και Κυριάκος, Μινόπετρος Νίκος, Μωραΐτης (Βγένας) Γρηγόρης, Σαραντόπουλος Μιχάλης, Σαΐτης Γεώργιος, Φράγκος Γεώργιος.
Από την άλλη μεριά, η «Τράπεζα» του Νικολάου Καλογιάννη, στην επιχείρηση του οποίου επένδυσαν τις οικονομίες τους οι: Ζαχαρίας Καλάς, Γιάννης Καλαφάτης (η κατοικία του ήταν το σημερινό νοσοκομείο), ο Γεώργιος Βανός, ο Χείλαρης, ο Σπύρος Τριανταφύλλου κ.α., ξεκίναγαν τα Καλογιανναίικα με καπεταναίους τους: Βούλγαρη (Σάμπος), Ζωγκό (Μπίλης), Γεώργιο Καλαφάτη (χειρούργος), Γεώργιο Ο. Καλοκώστα, Λάζαρο Καραντώνη κ.α.

Πέραν όμως των δύο «γιγάντων» ξεκινούσαν μηχανές και κάποιοι με δικές τους δαπάνες, όπως ο Σταμάτης Βέτιμης, ο Αντώνης Κοτομάτης, ο Μήτσος Μαυραγάνης (μόνο χειμωνιάτικο), ο Πέτρος Μακρυγιάννης, ο Κρανιδιώτης από τα Καμίνια κ.α.
Όλα τα σφουγγαράδικα έφευγαν το Μάρτιο από την Ελλάδα και πήγαιναν άλλα στη Βεγγάζη (Λιβύη) τα περισσότερα και άλλα στη Σφαξ, στη Λαμπηδούσα κι επέστρεφαν στην Ύδρα περί τα τέλη του Οκτώβρη. «Του Σταυρού και δέσε, του Σταυρού και λύσε...» είχε επικρατήσει να λέγεται τότε. Δηλαδή σταμάταγε η δουλειά στις 14 του Σεπτέμβρη ημέρα του Σταυρού και ξανάρχιζαν του Σταυρού το Μάρτη.
Ολόκληρο το Φεβρουάριο γινόντουσαν πολλά τρεχάματα, φασαρίες, τσουρμαρίσματα, ετοιμασίες, κουβαλήματα.
Ας δώσουμε όμως πρώτα μια εικόνα μιας σπογγαλιευτικής μονάδας που «κυβερνούσε» ένας καπετάνιος. Κάθε σπογγαλιευτική μονάδα συνίστατο από δύο και σπάνια από τρία σκάφη. Την Μπρατσέρα και ένα ή δύο μηχανοκάικα. Η Μπρατσέρα χρησιμοποιούσε ως κινητήρια δύναμη τον άνεμο, δηλαδή ήταν ιστιοφόρο, ενώ τα μηχανοκάικα είχαν πετρελαιομηχανές που τα κινούσαν μέχρι και οκτώ μίλια την ώρα.
Τα δύο ή τρία σκάφη που αποτελούσαν τη μονάδα όταν έφευγαν για την Αφρική ή επέστρεφαν, το ή τα μηχανοκάικα ρυμουλκούσαν την Μπρατσέρα σε περίπτωση νηνεμίας, όταν όμως συναντούσαν καιρό, τότε το καθένα σκάφος εκινείτο μόνο του με τα πανιά προσπαθώντας πάντα τα σκάφη να είναι κοντά.
Όταν έφταναν στον τόπο της δουλειάς, η μεν Μπρατσέρα φουντάριζε κι έπαιζε το ρόλο του ξενοδοχείου, του εστιατορίου και των λοιπών αναγκών για όλους. Τα δε μηχανοκάικα έφευγαν το πρωί, πήγαιναν σε επιλεγμένους τόπους, έκαναν οι δύτες καταδύσεις και το βράδυ επέστρεφαν στην Μπρατσέρα όπου άφηναν το προϊόν της δουλειάς τους. Οι Υδραίοι από καταβολής ευσεβείς δεν εργαζόντουσαν τις γιορτές.
Τα σπογγαλιευτικά διακρινόντουσαν και από τον τρόπο εργασίας κι ένεκα τούτου ήταν ανάλογος ο αριθμός των δυτών που χρησιμοποιούσε το καθένα. Τα βαθύτικα έπαιρναν μαζί τους πάνω από δέκα δύτες, οι οποίοι βουτούσαν σε βάθη πάνω από 25 μέτρα (16 οργιές) και με μικρό χρόνο σε κάθε κατάδυση. Τα ρηχήτικα με 6 και λιγότερους δύτες που βουτούσαν από 5 έως 10 μέτρα βάθος (3-6 οργιές) με αρκετά μεγάλο χρόνο παραμονής στο βυθό. Ή έτσι ή αλλιώς το σφουγγάρι ήταν άφθονο κι η επιστροφή στην Μπρατσέρα γινόταν με τραγούδια, αν δεν υπήρχε περίπτωση ατυχήματος, πνιγμού ή κτυπήματος κάτι που συνέβαινε συχνά.
Όταν ο δύτης κτυπούσε συνήθως έμενε ανάπηρος κατά τα κάτω άκρα για όλη του τη ζωή. Όμως υπήρξαν και «κτυπημένοι» δύτες που συνέχιζαν τη δουλειά.
Οι προετοιμασίες για την αναχώρηση των σκαφών έπαιρναν πάντα μια ιδιαίτερη μορφή. Δούλευαν τα πάντα. Τα αρτοποιεία για την παρασκευή της Γαλέτας (είδος ξερού ψωμιού). Τα χασάπικα για την παρασκευή του καβουρμά (τσιγαρισμένο κρέας που το έκλειναν σε δοχεία). Οι μεταφορές τροφίμων, ξυλείας, σαβούρας και νερού.
Τα σκάφη πριν φύγουν από την Ύδρα, υδρευόντουσαν κουβαλώντας οι ναύτες νερό σε μικρά βαρελάκια από τη μεγάλη στέρνα του Μοναστηριού και εκείνη του Λιμεναρχείου.
Τα Μηχανουργεία και τα Γύφτικα καθώς και τα Φαναρτζίδικα δούλευαν μέχρι την τελευταία στιγμή. Κατά τις ώρες της αναχώρησης γινόταν σε όλα τα μηχανοκάικα αγιασμός κι ύστερα έφευγαν για το Δοκό, απ' όπου μετά δυο τρεις ημέρες ξεκίναγαν για την Αφρική. Ακριβώς τις ίδιες διαδικασίες ακολουθούσαν και τα Μπακιαναίικα.
Η επιστροφή γινόταν πλέον πανηγυρικά. Μειράκια τότε τις τελευταίες μέρες του Οκτωβρίου σπεύδαμε από πολύ πρωί στο περίπτερο, απ' όπου αγναντεύαμε το άνοιγμα του «Μπίστη» και το «Πέτασι».
Και μόλις βλέπαμε κάποιο σκάφος να βγαίνει από το Μπογάζι, προσμέναμε να το γνωρίσουμε σε ποιον ανήκει κι ύστερα φεύγαμε σαν βολίδες να πάμε σπίτι να πούμε τα «συχαρίκια».
Ούτε έναν Υδραίο ή μια Υδραίισσα δεν άφηνε ασυγκίνητο η δράση της Σπογγαλιείας. Όμως αρκετοί ήταν από τα γύρω νησιά αλλά και Δωδεκανήσιοι που έσπευδαν στην ευημερούσα Ύδρα για να βρουν δουλειά και να εγκατασταθούν οικογενειακώς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου